Το μεγάλο αφιερωμα της Lifo στην κομοτηναία σκηνοθέτη που κατακτά τα διεθνή φεστιβάλ

 

Άλλη μια ελληνίδα κινηματογραφίστρια εμφανίζεται ορμητικά από την Κομοτηνή, με μια κινηματογραφική σπουδή πάνω στη ζωή και στον θάνατο.

Είναι νέα και πολλά υποσχόμενη η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, η κινηματογραφίστρια από την Κομοτηνή, που με το Limbo, την τελευταία της τριαντάλεπτη ταινία μικρού μήκους, κατάφερε να συμμετάσχει στην 55η Εβδομάδα Κριτικής των Καννών, ενώ κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας της Αθήνας. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειρά κινηματογραφική δουλειά της Κωνσταντίνας που, αν και καινούρια στον χώρο, έχει καταφέρει να ξεχωρίσει με την ιδιαίτερή της κινηματογραφική ματιά και την λεπτότητα που χαρακτηρίζει την αισθητική της.

 Η ταινία Limbo αφορά μια πολύ τρυφερή και ευαίσθητη ιστορία που εκτυλίσσεται στην ευρύτερη περιοχή της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου. Μια παρέα δώδεκα μικρών αγοριών περνά τις ημέρες της ανέμελα, βουτώντας στα νερά της λιμνοθάλασσας, ψαρεύοντας και κολυμπώντας. Το ενδιαφέρον τους μονοπωλούν οι φήμες για μια φάλαινα που έχει ξεβραστεί σε κάποια κοντινή ακτή. Τα παιδιά πιστεύουν πως η φάλαινα είναι ακόμη ζωντανή. Μιλήσαμε με την Κωνσταντίνα λίγο πριν βάλει πλώρη για το επόμενό της πρότζεκτ.

 — Πες μου λίγα λόγια για σένα. Γιατί θέλησες να γίνεις κινηματογραφίστρια, ενώ ξεκίνησες από αλλού;

Η αλήθεια είναι οτι η αλλαγή από τη φαρμακευτική σχολή ήταν μεγάλη, αλλά μέσα μου ήταν ξεκάθαρο οτι ήθελα να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Θυμάμαι λίγο αφότου μπήκα στη σχολή κινηματογράφου είδα ένα πολύ έντονο και παράδοξο όνειρο. Είδα ότι ήμουν στα γυρίσματα της πρώτης μου ταινίας και καθώς φίλμαρα ανθρώπους σε ένα πλατώ, κατά ένα περίεργο τρόπο η μηχανή έριχνε ραδιενέργεια πάνω τους. Η ακτινοβολία της κάμερας έπεφτε πάνω στα αντικείμενα και τους ανθρώπους και τους μόλυνε. Όλα άρχισαν να μαραίνονται και να πεθαίνουν μετά από λίγες στιγμές, χωρίς να υπάρχει δρόμος επιστροφής. Παρόλα αυτά στο όνειρο δεν ένιωσα λύπη ούτε τύψεις, γιατί εγώ κρατούσα την κάμερα και συνέχιζα να φιλμάρω. Αισθανόμουν οτι αυτό που γίνεται είναι πολύ σημαντικό, σημαντικό για μένα… Από τότε, όταν νιώθω μπερδεμένη επιστρέφω σε αυτό το όνειρο, είναι λίγο σαν προσωπικό σημείο αναφοράς.

— Ποια ήταν η αφορμή που σε οδήγησε να κάνεις το Limbo;

Γενικά δεν υπάρχουν αφορμές που με κάνουν να θέλω να κάνω ταινίες. Πιο πολύ υπάρχουν κάποιες εικόνες που γεννιούνται ή τις συναντώ κάπου, οι οποίες σιγά-σιγά με στοιχειώνουν και γίνονται εμμονές. Νομίζω η πρώτη πρώτη εικόνα του Limbo ήταν ένα μεγάλο ψάρι ή μια φάλαινα σε μια σκοτεινή παραλία, και γύρω της παιδιά να παίζουν ένα βίαιο παιχνίδι.

 — Η ταινία είναι γυρισμένη στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και παίζουν σε αυτή μόνο αγόρια. Γιατί;

Μόλις είδαμε το Μεσολόγγι, με το Γιώργο τον Καρβέλα, το φωτογράφο της ταινίας, σκεφτήκαμε και οι δύο οτι ήταν το μοναδικό μέρος στην Ελλάδα όπου θα μπορούσε να σταθεί δραματουργικά ο κόσμος του Limbo. Και γιατί όχι μόνο αγόρια; Tο κάνει πιο παράδοξο και πιο καθαρό συγχρόνως. Μέσα μου τα 12 αγόρια ήταν πάντα οι Δώδεκα Μαθητές που εξερευνούν τον κόσμο και περιμένουν το καινούριο.

 — Με ποια κριτήρια επέλεξες  αυτά τα παιδιά;

Τα κριτήρια ήταν καθαρά φυσιογνωμικά στην αρχή. Είδαμε πολλά παιδιά και τα περισσότερα ήταν από το μέρος που έγιναν τα γυρίσματα, το Μεσολόγγι. Μετά από τη πρώτη διαλογή χρειάστηκε να περάσω πολύ καιρό μαζί τους, κυρίως για να καταλάβω ποιΑ από αυτά θα μπορούσαν να αντέξουν τη διαδικασία του γυρίσματος.

— Πώς θα περιέγραφες την ταινία σου σε κάποιον;

Μια σύντομη σπουδή πάνω στη ζωή και στο θάνατο.

 — Και σε ποιο κινηματογραφικό είδος θα την κατέτασσες;

‘Εχω αναρωτηθεί πολλές φορές σε ποιο είδος ανήκουν οι ταινίες μου, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να απαντήσω εύκολα. Στις περισσότερες συναντάς ένα μαγικό ρεαλισμό που άλλοτε λειτουργεί με το φανταστικό και άλλοτε με το παράδοξο. Πολλοί μου έχουν πει ότι οι ταινίες μου μοιάζουν με σκοτεινά παραμύθια. Μου αρέσει το μαγικό, με σοκάρει.

 — Οι ταινίες σου έχουν συμμετάσχει σε πολλά διεθνή Φεστιβάλ και έχουν κερδίσει βραβεία. Αισθάνεσαι κάποιου είδους δικαίωση μέσα από αυτό; Μέσα από αυτή την εμπειρία έχεις έρθει πιο κοντά με τις διεθνείς αγορές. Τι σου έχει διδάξει αυτή η εμπειρία;

Νομίζω νιώθω τυχερή παρά δικαιωμένη, δεν πιστεύω οτι μπορείς να μιλήσεις για κάποιου είδους δικαιοσύνη σε όλη αυτή τη διαδικασία. Νιώθω τυχερή γιατί η ταινία ταξιδεύει και πολλές φορές και εγώ μαζί της. Έτσι η ταινία μεταμορφώνεται σε ένα ζωντανό οργανισμό που ξαφνικά αρχίζει να ζει.

— Πώς είναι να κάνεις σινεμά σε μια χώρα που ο κινηματογράφος της θεωρείται αυτή τη στιγμή hot;

Προσωπικά αισθάνομαι οτι υπάρχει ένα φτηνό άγχος γύρω από αυτή την τεράστια hot-πίτα που εμείς οι κινηματογραφιστές καλούμαστε να προλάβουμε και να μοιραστούμε πολλές φορές. Θα προτιμούσα να ήμασταν λιγότερο hot. Πιθανώς θα μας βοηθούσε να είμαστε πιο καθαροί και ειλικρινείς.

 — Ποια είναι η δυνατότερη ανάμνηση που κρατάς από την εμπειρία της τελευταίας σου ταινίας;

Όταν μου είπε ο μπαμπάς μου ότι του άρεσε η ταινία μου. Μέχρι τότε μου έβαζε επιεικώς 3.

— Τι κάνει τη δική σου γενιά να διαφέρει από τις προηγούμενους Έλληνες κινηματογραφιστές;

Γενικά, νομίζω ότι αυτό που διαφοροποιεί πολύ το σύγχρονο σινεμά είναι η ευκολία που δίνει πλέον το ψηφιακό βίντεο ως μέσο παραγωγής και επεξεργασίας. Προσωπικά δεν θα έκανα ούτε τις μισές ταινίες αν δεν υπήρχε το ψηφιακό, αν δεν μπορούσα να το επεξεργαστώ μαζί με φίλους-συνεργάτες σε κοινούς υπολογιστές. Καμιά φορά εξιτάρομαι από το γεγονός ότι θα μπορούσα να κινηματογραφώ το οτιδήποτε, με μια οποιαδήποτε κάμερα, αντί να περιμένω στον καναπέ του σπιτιού μου τα πράγματα να συμβούν. Ωστόσο, δεν το κάνω, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Ίσως δεν έχω αφομοιώσει πλήρως αυτή την απελευθέρωση, γιατί με το ψηφιακό βίντεο είναι σαν να έχουν απελευθερωθεί τα μέσα παραγωγής κατά κάποιο τρόπο. Αλλά όταν γεννιέται κάτι καινούριο, γεννιέται μαζί με την σκιά του. Αυτή η ίδια η ευκολία του μέσου μπορεί να κουράσει κάποια στιγμή, αλλά και γιατί όχι;

 — Αν και το ελληνικό σινεμά έχει μια ορμή στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, στη χώρα μας δύσκολα μπαίνουμε στις αίθουσες για να δούμε ελληνικές ταινίες, εκτός από μεμονωμένες εξαιρέσεις. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;

Το κοινό πηγαίνει να δει ελληνικό σινεμά, ωστόσο δεν είναι το σινεμά που πηγαίνει στα διεθνή φεστιβάλ. Υπήρξαν ελληνικές ταινίες τα τελευταία χρόνια που ‘κόψαν 800.000 εισητήρια, πιθανώς είναι το ίδιο κοινό που πήγε να δει τις 50 Αποχρώσεις του Γκρι. Νομίζω ότι εδώ ανοίγεται ένα μεγάλο θέμα που έχει να κάνει με έναν βαθύ σύγχρονο συντηρητισμό, με μια ισοπεδωτική, παγκοσμιοποιημένη ψυχαγωγία, αλλά και με την ευκολία του click, new tab, tag, like, delete, download. Και την ευκολία τη βλέπεις και στο σινεμά, στην ίδια την κατασκευή και την αισθητική των ταινιών. Πρόσφατα έτυχε να δω ξανά ταινίες του Αντονιόνι, ταινίες που ‘γίναν την δεκαετία του 70 και του 80 και ένιωσα ότι ήταν πολύ πιο ανατρεπτικές και μοντέρνες από σύγχρονες ταινίες. Και αισθάνθηκα ότι πάμε προς τα πίσω αντί να εξελισσόμαστε. Γινόμαστε πιο συντηρητικοί και αναζητούμε ασφάλεια. Προσωπικά βρίσκω ότι πολύ εύκολα λέμε πια «κουράστηκα – δεν κατάλαβα τίποτα».

 — Πες μου κάποια πράγματα που έχουν καθορίσει την αισθητική σου στο σινεμά.

Αισθάνομαι ότι η αισθητική που διαμορφώνει ο καθένας μας αφορά κάτι που δεν μπορεί να καθοριστεί ακριβώς με τη λογική. Είναι μια συνεχής διαδικασία συλλογής και επεξεργασίας, εμπειριών και παρατηρήσεων που έχουν να κάνουν με έναν απεικονιστικό τρόπο αντίληψης του κόσμου. Συνειδητά ή ασυνείδητα κουβαλάμε εικόνες γεγονότων, τις οποίες δεν τις ελέγχουμε ακριβώς. Για αυτό νομίζω θα ήταν λάθος να πω ότι με έχει επηρεάσει αυτό ή το άλλο, νομίζω ότι είναι κάτι πιο σύνθετο και βαθύ, που έχει να κάνει από την ανάμνηση του πρώτου σου ονείρου, μέχρι του αν είσαι επιρρεπής στην ωτίτιδα ή του αν προτιμάς κρέμα ή σοκολάτα. Γενικά πρέπει να πω ότι προτιμώ τη σοκολάτα.

— Ποια ήταν η τελευταία ταινία που είδες και αγάπησες;

Το Neon Bull ενός νέου βραζιλιάνου σκηνοθέτη του Gabriel Mascaro. Με σόκαρε η κινηματογραφική του γλώσσα, καθαρή και συγχρόνως πολύ δυνατή. Πραγματικά με εξέπληξε το γεγονός οτι ενώ ήταν η πρώτη του ταινία κατάφερε σε κάθε σκηνή – σεκάνς να βγάλει μια απίστευτη εικονοπλαστική μεστότητα. Σινεμά φυσικά από άλλη ήπειρο, με τελείως διαφορετικές εικόνες από αυτές που έχουμε συνηθίσει, πολύ ζηλευτό.

 — Το μέλλον σε τρομάζει καθόλου Κωνσταντίνα;

Δεν με τρομάζει καθόλου, γιατί δεν το σκέφτομαι ποτέ. Προσεγγίζω το μέλλον χαοτικά, σαν μια ακαθόριστη μάζα που παίρνει μορφή μόνο όταν συνδέεται με το παρόν. Μου είναι πολύ δύσκολο να κάνω μακρινά σχέδια και προγραμματισμούς, γιατί έτσι η ζωή μου μοιάζει πολύ πεπερασμένη. Καμιά φορά μου ζητάνε φίλοι να κάνουμε σχέδια μετά από τρεις μήνες και με πιάνει πανικός. Μόνο όταν προγραμματίζω ταινίες αρχίζουν να μπαίνουν κάποια πιο μακρινά σημεία αναφοράς στο μέλλον.

Πηγή: lifo.gr