Το όνομά του ταυτίστηκε με την κατάκτηση του πρωταθλήματος από την ΑΕΛ, του μοναδικού πρωταθλήματος που έχει κατακτήσει ομάδα της επαρχίας, πλην Αθήνας και Θεσσαλονίκης δηλαδή.
Τριανταπέντε χρόνια μετά το “βυσσινί έπος”, ο Γκιόργκι Τσίγκοφ είναι πλέον κάτοικος… Θράκης, αφού όπως αποκάλυψε τουλάχιστον προ πενταετίας στο onlarissa, στην 30η επέτειο από την κατάκτηση του τίτλου της ΑΕΚ, ζούσε και εργαζόταν ως τελωνειακός στην πόλη του Σβίλεγκραντ, λίγο πάνω από την Ορεστιάδα, στα σύνορα της Βουλγαρίας με την Ελλάδα και την Τουρκία στον Έβρο.
Ο Γκιόρκι Τσίγκοφ έγραψε τη δική του ιστορία στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Σύντομη, καθότι είχε διάρκεια μόλις ενός χρόνου (“το κομμουνιστικό καθεστώς δεν μας έδινε άδεια να παίξουμε σε μια ξένη χώρα πάνω από ένα χρόνο”) αλλά σημαντική, καθώς η ανίχνευση κοδεΐνης στα ούρα του, στο αντιντόπινγκ κοντρόλ μετά τον αγώνα της Λάρισας με τον Παναθηναϊκό τον Δεκέμβριο του 1987, έγινε αφορμή να κοπεί η Ελλάδα στα δύο.
Αιτία, η αφαίρεση 4 βαθμών από την επελαύνουσα τότε “ομάδα – όνειρο”της ΑΕΛ και ο εξ αυτής “ξεσηκωμός” των Λαρισαίων φιλάθλων: οι αλλεπάλληλες διαδηλώσεις, οι αποκλεισμοί της εθνικής οδού με τρακτέρ, οι γιγαντιαίες συγκεντρώσεις, οι πύρινοι λόγοι των εκπροσώπων των τοπικών αρχών: του Δημάρχου, του Νομάρχη, των βουλευτών όλων των κομμάτων, ακόμη και του Μητροπολίτη που διαδραμάτισε μάλιστα πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.
Γεγονότα που δείχνουν και την διαφορά νοοτροπίας στι αντιδράεις των κατοίκων της Λάρισας με αυτούς για παράδειγμα της Θράκης, στην πρόσφατη περιπέτεια της φερόμενης πολυϊδιοκτησίας της Ξάνθης με τον ΠΑΟΚ που οδήγησε εν τέλει στον υποβιβασμό του ΑΟΞ.
Οι Ξανθιώτες δεν αντέδρασαν καθόλου και δέχθηκαν μαρτυρικά τη μοίρα τους. Οι Λαρισαίοι όχι. Και έτσι, όπως έγινε και στην πρόσφατη περίπτωση (όχι λόγω ΑΟΞ αλλά λόγω ΠΑΟΚ) με την αλλαγή του νόμου της πολυϊδιοκτησίας ώστε να μην τιμωρούνται με υποβιβασμό οι ομάδες, έτσι και τότε οι διαδηλώσεις των Λαρισαίων οδήγησαν στην αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για το ντόπινγκ.
Εκτοται σε περιπτώσεις που βρίσκεται θετικός ένας ποδοσφαιριστής, δεν τιμωρείται η ομάδα αλλά ο παίκτης. Ετσι επεστράφησαν οι βαθμοί στη Λαρισινή ομάδα που ξαναπροσπέρασε έτσι την καραδοκούσα ΑΕΚ και αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ελλάδος μια μέρα σαν και αυτήν, 35 χρόνια πριν, 1η Μαΐου του 1988. Και παραμένει ακόμα και σήμερα η ΑΕΛ η μόνη επαρχιακή ομάδα που τα κατάφερε στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Στα σύνορα Ελλάδας – Βουλγαρίας – Τουρκίας με πληθυσμό 18.000 κατοίκων, το Σβίλεγκραντ όπου μένει πλέον ο Τσίγκοβ και εργάζεται ως τελωνειακός διεκδικεί επαξίως τον τίτλο του “Λας Βέγκας” της Βαλκανικής χερσονήσου: “έχουμε 15 καζίνο”, είχε αποκαλύψει προ πενταετίας στους συντάκτες του Onlarissa “και καθημερινά εκατοντάδες επισκέπτες από Ελλάδα και Τουρκία, που έρχονται για να τζογάρουν…”.
Ανέφερε ακόμα εκείνο το ρεπορτάζ: «Στο φως της ημέρας η πόλη είναι το ιδανικό σκηνικό για αυτόχειρες… Πλήρης ακινησία… “Εκκωφαντική» μελαγχολία… Με το που σουρουπώνει όμως και οι δεκάδες τεράστιες πινακίδες από νέον φωτίζονται, η ατμόσφαιρα χρωματίζεται με χρώματα σκληρά σαν του σινεμασκόπ, προκαλώντας τον προσερχόμενο πολυεθνικό, ανδρικό – κυρίως – πληθυσμό είτε με ζάρια, είτε με βαλέδες και κουλοχέρηδες και φυσικά σέξι τρυφερές υπάρξεις…Είναι η ώρα που το κίτς βαλκανικό “Βέγκας” ζωντανεύει».
Ο Γκιόρκι Τσίγκοφ, τότε στα 61 του πλέον, δεν έχει ως κύρια ασχολία το ποδόσφαιρο. Είναι γκριζομάλλης, κουβαλάει το βάρος της ηλικίας του και προδίδουν τη σχέση του με την «στρογγυλή θεά», μόνο τα στραβά του πόδια. Μιλάει λίγα ελληνικά κι αυτά τον συνδέουν με τη Λάρισα: «Πέρασε τις προάλλες, ένας Τρικαλινός από τα σύνορα και του μίλησα ελληνικά» λέει… «”Πού τα’ μαθες τα ελληνικά;” με ρώτησε. “Στη Λάρισα” του λέω… “Ξέρεις τη Λάρισα;”. “Μόνο την ξέρω! Έχω παίξει στο Αλκαζάρ…Πήρα πρωτάθλημα με τη Λάρισα!”», του απάντησε.
«Στην Αλεξανδρούπολη» συνεχίζει «έμενα σ’ ένα ξενοδοχείο με τη γυναίκα μου: “έχεις τηλεόραση να δούμε τη Λάρισα;” ρωτάω τον ρεσεψιονίστ… “Τη Λάρισα, θέλεις να δεις” μου λέει αυτός με έκπληξη…”Όλοι ζητάνε τηλεόραση να δουν τον ΠΑΟΚ, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό”… “Εγώ τη Λάρισα, θέλω να δω”, του λέω, “έπαιξα στο Αλκαζάρ!”. Τέζα ο Εβρίτης ρεσεψιονίστη, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τσίγκοφ το λέει αυτό και λάμπουν από χαρά τα μάτια του. Άλλωστε, το 1987 που ήρθε στη Λάρισα ήταν η πρώτη φορά που βγήκε από τη Βουλγαρία.
“Με είδε ο Οράσιο Μοράλες σ’ ένα ματς που έδινε η ομάδα μου, η “Έταρ Βέλικο Τερνοβο” με τη Στάρα Ζαγόρα…Προφανώς, του άρεσα και με πήρε στη Λάρισα…”. “Ωραία χρόνια” θυμάται… “Πρωτόγνωρες εμπειρίες για ένα Βούλγαρο: πολλά μαγαζιά, αφθονία αγαθών, καφετέριες, εστιατόρια, ελεύθεροι άνθρωποι…Έμενα με τη γυναίκα μου και τον μικρό μου γιο στο κέντρο της πόλης, λίγα μέτρα δίπλα απ’ το σπίτι μου μάλιστα, ήταν το ΚΑΠΑ ΚΑΠΑ ΕΨΙΛΟΝ” λέει και γελάει…Στην παρατήρησή μου ότι στη Λάρισα πρέπει να αισθάνονταν οικεία, γιατί το ΚΚΕ είχε υψηλά ποσοστά κι ο δήμαρχος ήταν κομμουνιστής, αντιδράει: “όχι εγώ δεν ήμουν» λέει… Μόνον ο Γκμόχ με αποκαλούσε “κομμουνιστή”.
Οσο για τις αποκαλύψεις του αναφορικά με το ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας εκείνης της ομάδας της ΑΕΛ; «Πειθαρχία! Σεβασμός στη διοίκηση. Άνθρωποι σεμνοί και εργατικοί. Τα λεφτά πάντα ήταν στην ώρα τους…Σπάνιο πράγμα!..Ο πρόεδρος ο Στέλιος Καντώνιας, κύριος με τα όλα του! Μου νοίκιαζε σπίτι στο κέντρο της πόλης, φρόντιζε για όλα!…Θυμάμαι ότι κάθε Πέμπτη μας πήγαιναν για φαγητό σε μια ταβέρνα στον Τύρναβο… Τρώγαμε δυο ολόκληρα αρνιά (το λέει με θαυμασμό)!!! Παϊδάκια, σαλάτες, κοκορέτσι!…Στη γιορτή του προέδρου, ο Στέλιος Καντώνιας μας πήγε στο «Ρίο»…Δεν είχαμε ξαναδεί τέτοια πράγματα εμείς εδώ στη Βουλγαρία: ωραίο φαγητό, ωραία εξυπηρέτηση, ωραία ποτά…Είχαμε οικογενειακή ατμόσφαιρα στην ομάδα…Καλοί ποδοσφαιριστές, χωρίς ανταγωνισμούς…Εξαιρετικός προπονητής με ωραίες ιδέες…Σοβαρή διοίκηση…Και πάνω απ’ όλα ο κόσμος που γέμιζε κάθε Κυριακή το γήπεδο…».
“Ποτέ!…Δεν είχα καμία ενοχή, ακόμη κι όταν αρχικά τιμωρήθηκα, γιατί γνώριζα τι ακριβώς είχε συμβεί…Σοκαρίστηκα βέβαια, όταν μου είπαν ότι βρέθηκα ντοπαρισμένος με κοδεΐνη, αλλά ήξερα ότι δεν μπορεί να είναι αληθινό…Δεν ήταν σίγουρο άλλωστε, ότι επρόκειτο να αγωνιστώ στο ματς εκείνο με τον Παναθηναϊκό, μ’ έβαλε ο Γκοχ για ένα 15λέπτο…Προερχόμουν από τραυματισμό και είχα έρθει μια εβδομάδα στη Βουλγαρία για αποθεραπεία: την αγωγή που μου έδωσε ο γιατρός εδώ, την γνώριζε ο γιατρός της ομάδας στη Λάρισα, δεν υπήρχε κάτι επιλήψιμο…Το γνώριζαν οι παράγοντες της ομάδας και δεν με άφησαν ούτε λεπτό εκτεθειμένο, η διοίκηση μου φέρθηκε άψογα, με στήριξαν διότι γνώριζαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα…Κι οι λίγοι φίλοι που είχα στη Λάρισα, μου συμπαραστάθηκαν…”
Σε ερώτηση για το πως ένιωσε όταν του ανακοινώθηκε ότι βγήκε ντοπέ το δείγμα του στον αγώνα με τον Παναθηναϊκό, απαντά: «Δεν είχα καμία ενοχή, ακόμη κι όταν αρχικά τιμωρήθηκα, γιατί γνώριζα τι ακριβώς είχε συμβεί…Σοκαρίστηκα βέβαια, όταν μου είπαν ότι βρέθηκα ντοπαρισμένος με κοδεΐνη, αλλά ήξερα ότι δεν μπορεί να είναι αληθινό…Δεν ήταν σίγουρο άλλωστε, ότι επρόκειτο να αγωνιστώ στο ματς εκείνο με τον Παναθηναϊκό, μ’ έβαλε ο Γκοχ για ένα 15λέπτο…Προερχόμουν από τραυματισμό και είχα έρθει μια εβδομάδα στη Βουλγαρία για αποθεραπεία: την αγωγή που μου έδωσε ο γιατρός εδώ, την γνώριζε ο γιατρός της ομάδας στη Λάρισα, δεν υπήρχε κάτι επιλήψιμο…Το γνώριζαν οι παράγοντες της ομάδας και δεν με άφησαν ούτε λεπτό εκτεθειμένο, η διοίκηση μου φέρθηκε άψογα, με στήριξαν διότι γνώριζαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα…Κι οι λίγοι φίλοι που είχα στη Λάρισα, μου συμπαραστάθηκαν…».
Και συνεχίζει: «Θυμάμαι, βγήκα το πρωί της επομένης από το σπίτι με τη γυναίκα μου και τον γιό μου κι είδαμε όλες οι εφημερίδες της Ελλάδας που ήταν κρεμασμένες στα περίπτερα να έχουν στην πρώτη σελίδα τη φωτογραφία μου! Λέω “δεν είναι δυνατόν”. Στη Βουλγαρία τότε οι αθλητικές ειδήσεις ήταν ένα μονόστηλο!…Μετά, άρχισαν οι διαδηλώσεις, έκλειναν οι φίλαθλοι τους δρόμους, τις σιδηροδρομικές γραμμές, σταματούσαν τα τρένα, έκαιγαν λάστιχα…». Τότε στις τάξεις των οπαδών της ΑΕΛ δονούσε την ατμόσφαιρα το σύνθημα «Τσίγκοφ κατούρα να γίνουμε μαστούρα». Ο ίδιος δεν το θυμάται: «Θυμάμαι όμως τα δικαστήρια και το έντονο ενδιαφέρον της Βουλγαρικής πρεσβείας για την υπόθεση…Το κομμουνιστικό καθεστώς τότε, αντιμετώπιζε τους ποδοσφαιριστές που αγωνιζόμασταν στο εξωτερικό ως πρεσβευτές του και δεν ήθελε να το δυσφημούμε…Έστελνε λοιπόν, εκπροσώπους στα δικαστήρια να παρακολουθούν την εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά κι εγώ τηλεφωνούσα συνέχεια στην πρεσβεία για να μαθαίνω την πορεία της υπόθεσης…».
Σχεδόν συγκινημένος θα θυμηθεί ότι δεν έγινε πλούσιος από το ποδόσφαιρο γιατί τον μισό μισθό τον έπαιρνε το κράτος… «Έπαιρνα πάντως, σε δολάρια όσα κι ο πρέσβης της Βουλγαρίας στην Ελλάδα κι απ’ ότι μου είπαν λίγο περισσότερα από τον δήμαρχο (γελάει)!…». Οσο για το αν αποδεικνυόταν ότι ήταν ντοπαρισμένος: «Θα είχα τελειώσει από ποδοσφαιριστής, θα είχε τελειώσει για μένα οτιδήποτε με το ποδόσφαιρο, θα ήμουν στιγματισμένος…Τελικά, αθωώθηκα…Δεν τιμωρήθηκα και συνέχισα την επόμενη χρονιά στην Κύπρο όπου πήρα, μετά την ΑΕΛ, πρωτάθλημα και με την Ομόνοια»...




























